Το υστερόγραφο μιας πολιτικής προσέγγισης της κρίσης

Δεν ξέρω αν οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους, είμαι όμως βέβαιος ότι αν δεν ξεκαθαρίσεις την στάση σου αποκλείεται να γίνει κατανοητή η συμπεριφορά σου από εκείνους που ενδιαφέρονται να την κατανοήσουν. Απευθυνόμενος στους τελευταίους νοιώθω την ανάγκη να εξηγήσω με δυο κουβέντες την απόφασή μου να απέχω από δω και πέρα από αυτό που έχω επανειλημμένως ορίσει ως «απομυθοποίηση του καθεστώτος».

Ουδείς κυβερνητικός μύθος κατέρρευσε ποτέ αποκλειστικά μέσω του πολιτικού λόγου. Η πολιτική discourse λειτουργεί στο επίπεδο της συνειδητοποίησης ενός ηγεμονικού μοντέλου. Από κει και πέρα ο λόγος οφείλει να συνοδεύεται από συγκεκριμένη πολιτική πρακτική, η οποία θα εντάσσεται στην ίδια στρατηγική νομιμοποίησης ή αμφισβήτησης ενός συγκεκριμένου ηγεμονικού μοντέλου. Εάν, λοιπόν, ο πολιτικός λόγος δεν είναι ενταγμένος σε μία τέτοια στρατηγική, παράγει μία μορφή μηνύματος η οποία σχετικά εύκολα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει μηνύματα που εξυπηρετούν διάφορα και ίσως διαφορετικά συμφέροντα, ερήμην του φορέα του. Δίχως συγκεκριμένη ηγεμονική στρατηγική, η πολιτική κριτική σε περίοδο κοινωνικού μετασχηματισμού, όπως σήμερα, συνεισφέρει μεσοπρόθεσμα με ένα αντιφατικό και έμμεσο τρόπο στην άμυνα της καθεστωτικής προπαγάνδας. Εμφανίζει όσους ασκούν κριτική, ως ανίκανους να προσφέρουν λύση στη κρίση που προκαλεί η κοινωνικο-οικονομική απορρύθμιση. Οι αποδέκτες της προπαγάνδας του καθεστώτος δεν εξετάζουν την πολιτική φύση του προβλήματος που τίθεται ενώπιον τους προς επίλυση, αλλά αναζητούν λύση σε μια «υπόθεση» που προφανώς εκφράζεται έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τις ηγεμονικές επιδιώξεις και τα ιδιαίτερα συμφέροντα αυτών που την αρθρώνουν. Πέστε μας πώς να λύσουμε το πρόβλημα που δημιούργησε το καθεστώς, στην ουσία ρωτούν και αυτό απαιτεί μια απάντηση στρατηγικού χαρακτήρα. Ευρύτερα, λιγότερο πολιτικοποιημένα στρώματα αναζητούν λύση στο πρόβλημα διακυβέρνησης της χώρας, καθώς σε αυτό εμπεριέχεται και εκείνο της οικονομικής προοπτικής. Αν δεν τους δώσεις την προοπτική μιας εναλλακτικής ηγεμονίας για την χώρα δεν ακούν τίποτε. Προτάσεις δόξα τω θεώ, υπάρχουν μπόλικες και από τα κόμματα της αριστεράς και από τη νέα ηγεσία της ΝΔ και από φορείς ή προσωπικότητες της κοινωνίας των πολιτών. Είναι όμως σαν να μην υπάρχουν. Μόνον εάν υπήρχε η προοπτική ανατροπής του καθεστώτος από ένα συνασπισμό αντικαθεστωτικών δυνάμεων, θα ήταν δυνατόν να διατυπωθεί εναλλακτικά και να υποστηριχθεί ένα πλαίσιο λύσης, το οποίο θα αποτελούσε το ουσιαστικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης με τις χρηματαγορές και την ΕΕ. Τότε και μόνον τότε δεν θα άφηνες το καθεστώς να καταρρεύσει συμπαρασύροντας και την κοινωνία, κάνοντας ουσιαστικά πόλεμο φθοράς, αλλά θα εμφανιζόσουν ικανός να αμφισβητήσεις πολιτικά την κυριαρχία του. Αφού δεν υπάρχει όμως καμία σοβαρή διάθεση να συγκροτηθεί ένα ευρύ μέτωπο ανατροπής του καθεστώτος με αυτές τις προδιαγραφές, δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε. Αν όμως συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τον πολιτικό λόγο μας σαν να υπήρχε αυτή η προοπτική, τότε απλώς θα προσφέραμε σε όσους έχουν ως ιδιοτελή στρατηγική την φθορά της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος, αλλά ίσως έμμεσα και στην καθεστωτική προπαγάνδα, όπως προείπα. Αυτά προφανώς δεν είναι στους στόχους μας.

Έτσι, στον βαθμό που το πολιτικά εναλλακτικό μήνυμά μας δεν συνδέεται με μία συγκεκριμένη μορφή στρατηγικής για την ανατροπή του καθεστώτος και την εμπέδωση μιας εναλλακτικής ηγεμονίας στην Ελλάδα, καταλήγει να γίνεται ευκαιριακό εργαλείο στην διάθεση οποιουδήποτε χρησιμοποιεί την κρίση για να εξυπηρετήσει ιδιοτελή συμφέροντα. Μετά από αυτό το μήνυμα ρευστοποιείται ή εξουδετερώνεται ή συνηθέστερα διασκεδάζεται σε τέτοιο βαθμό που καταλήγει να αναπαριστά διαφορετικά σημαινόμενα. Μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο ο φορέας του μηνύματος πρέπει να διακόπτει την εκπομπή του. Κινδυνεύει είτε να παρεξηγηθεί ανεπανόρθωτα, είτε να υποστεί κανιβαλισμό, είτε και τα δύο ταυτόχρονα, πράγμα συνηθέστερο. Η κριτική όταν λάβει μακρο-πολιτική μορφή δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ κολοβή, δίχως την εσωτερίκευση μιας ηγεμονικής στρατηγικής. Το τελευταίο δεν είναι ασφαλώς υπόθεση ατόμων, αλλά πολιτικών συλλογικοτήτων.

Σ’ ότι αφορά στην κρίση, τα διαδικτυακά σημειώματα του γράφοντος επιχείρησαν να δείξουν ότι αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικών οικονομικών σχέσεων και απλώς δημοσιονομικών δυσλειτουργιών, αλλά πολιτική απόφαση για την αναδιοργάνωση του κράτους και την βίαιη απορρύθμιση της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος που είχε υποσχεθεί να επανιδρύσει ο Καραμανλής, επανιδρύει σήμερα η τρόικα μέσω της κυβέρνησης Παπανδρέου. Μόνο που ετούτο δεν θα είναι το κράτος των Ελλήνων, θα είναι το κράτος μίας διεθνούς ελίτ που αποφάσισε να πειραματιστεί στην χώρα και με την χώρα, για την ολοκλήρωση της παγκόσμιας κυριαρχίας της. Εάν υπήρχε ελληνική αστική τάξη δεν θα το επέτρεπε ποτέ αυτό. Οι καιροσκόποι, όμως, μεταπράτες που συγκροτούν την πολιτικο-επιχειρηματική τάξη είναι κρατικοδίαιτοι μεσάζοντες εμφορούμενοι από ελεεινό καιροσκοπισμό, ενδοτισμό και απερίγραπτο επαρχιωτισμό. Η εμφανιζόμενη ως αστική τάξη της χώρας είδε τον εαυτό της αποκλειστικά ως νταβατζή της ελληνικής κοινωνίας και ως μεσολαβητή στην εξυπηρέτηση αλλοδαπών συμφερόντων με το αζημίωτο φυσικά. Οι άνθρωποι αυτοί αντιμετώπισαν την χώρα με το ίδιο πνεύμα που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν διάφορες μαφιόζικες συμμορίες (κυβερνώντων ή απλώς έμμεσα απουσιαζόντων) σε  πολλές αναπτυσσόμενες χώρες στην Ευρασία, την Αφρική, την Μέση Ανατολή και την Νότιο Αμερική. Δυστυχώς δυτική αστική τάξη η Ελλάδα δεν μπόρεσε να αποκτήσει μετά τον πόλεμο. Όσες απόπειρες έγιναν ναυάγησαν και όσοι υγιείς επιχειρηματίες και ανιδιοτελείς πολιτικοί ανέτειλαν γρήγορα προσαρμόστηκαν στο κυρίαρχο μοντέλο ή αφανίστηκαν.

Το πρόβλημα αυτό συνδέεται απολύτως με την πολιτική παθογένεια μετά την μεταπολίτευση και την απολύτως στρεβλή και κρατικοδίαιτη ανάπτυξη του μικροαστισμού. Ο δικομματισμός με τα αντιδημοκρατικά εκλογικά συστήματα, η παραοικονομία, η οικογενειοκρατία, η διαπλοκή και η γενίκευση της διαφθοράς ήταν το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας μιας αστικής τάξης δυτικού τύπου στην χώρα μας και παράλληλα ο μηχανισμός αναπαραγωγής του πελατειακού καθεστώτος, που διαιώνιζε τα χαρακτηριστικά και την κυριαρχία αυτής της πολιτικο-επιχειρηματικής τάξης. Όταν οι άνθρωποι αυτοί συνειδητοποίησαν ότι δεν έχουν πλέον περιθώρια ύπαρξης στο σύγχρονο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης κι ότι κλονίζεται η κυριαρχία τους εξαιτίας της αποσταθεροποίησης στην ΕΕ μετά το σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας, αποφάσισαν σε συνεργασία με το χρηματοπιστωτικό λόμπυ, να προκαλέσουν την ελληνική κρίση δίνοντάς της μία συγκεκριμένη διάσταση που θα τους επέτρεπε την συντεταγμένη αναδιοργάνωση μέσω της συντεταγμένης πτώχευσης της χώρας.

Είναι, φαντάζομαι, πλέον γνωστό σε όποιον στοιχειωδώς στοχάζεται, ότι η χώρα οδηγήθηκε εξεπιτούτου σε καθεστώς ελεγχόμενης πτώχευσης μέσω του «προσωρινού μηχανισμού» και οδεύει σε μία μακρόχρονη απώλεια της αυτοκυβέρνησής της, μέχρις ότου αναδιοργανωθεί το πολιτικό σύστημα από εκείνους ακριβώς τους διεθνείς παράγοντες που φρόντισαν μετά την μεταπολίτευση να επιβάλουν το συγκεκριμένο καθεστώς που όλοι βιώσαμε από το 1974 μέχρι σήμερα. Οι συνέπειες για τα δύο τρίτα της κοινωνίας θα είναι τραγικές, όπως ακριβώς και οι συνέπειες στην εξέλιξη αυτών που συνηθίσαμε να αποκαλούμε εθνικά θέματα.

Αν όλα αυτά είχαν συνειδητοποιηθεί, τότε όλες οι αντικαθεστωτικές δυνάμεις, η μη-εξαρτημένη επιστημονική κοινότητα και γενικότερα ολόκληρη η προοδευτική κοινωνία θα έπρεπε να αναζητήσει μια οργανωτική δομή, η οποία θα επεξεργαζόταν μια κοινή στρατηγική που θα αντιμετώπιζε αυτή την κρίση ως πρόκληση ηγεμονικού χαρακτήρα. Θα λέγανε στον λαό, ιδού ο μεγάλος αντικαθεστωτικός συνασπισμός, ιδού οι στόχοι μας και ιδού η κοινή μας βούληση να στηρίξουμε μια κυβέρνηση που θα διαπραγματευτεί σε ένα πλαίσιο αυτοκυβέρνησης και δημοκρατίας τα συμφέροντα των δύο-τρίτων της κοινωνίας. Ιδού η πολική δύναμη που θα ανατρέψει, δίχως επανάσταση το καθεστώς, θεμελιώνοντας ένα νέο καθεστώς ισότητας και ταχύτατου εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα. Μην ακούτε διαφόρους δυστυχισμένους δήθεν διανοούμενους που καλούν τους Έλληνες να δουλέψουν περισσότερο για να λύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Αν δεν είναι εγκάθετοι, είναι ηλίθιοι. Το πρόβλημα ανταγωνισμού της Ελλάδας είναι πρόβλημα διάρθρωσης των παραγωγικών δυνάμεων, θεσμικής λειτουργίας, παιδείας και εκπαίδευσης, και κυρίως ζήτημα έλλειψης σύγχρονων και καλά σχεδιασμένων τεχνολογικών εφαρμογών. Η τεχνολογία σήμερα έχει σε μεγάλο βαθμό υποκαταστήσει την παλαιά θεσμική και κοινωνικοποιητική διαδικασία. Έγινε ο υπέρτατος θεσμός που υπηρετεί την ανταγωνιστικότητα, όπως συμβαίνει στην Σουηδία και στην Γερμανία, αλλά και στην Σαγκάη και αλλού.  Το ουσιαστικό πολιτικό δίλημμα ήταν και παραμένει: ανατροπή του υφιστάμενου καθεστώτος στη χώρα από μέσα με δημοκρατικά κριτήρια ή αναδιοργάνωση του από έξω; Η πολιτική  στρατηγική της τρόικας, των Γερμανών και των ΗΠΑ συνηγορεί ασφαλώς υπέρ του δεύτερου, όμως οι Έλληνες θα έβγαιναν νικητές μόνον αν επιτύγχαναν το πρώτο.

Είναι τρομερό πράγμα να βλέπεις το καθεστώς να καταρρέει, αφού δεν μπόρεσε να συντονιστεί εγκαίρως όπως έγινε αλλού, μια και τους την έφερε ο Γιώργος Παπανδρέου, και όλες οι πολύχρωμες αντικαθεστωτικές δυνάμεις, αντί να ορθώσουν το ανάστημά τους και να οργανωθούν σε ένα κοινό μέτωπο που θα θεμελίωνε το πολιτικό περιβάλλον για τα επόμενα τριάντα χρόνια, περιορίζονται σε μίζερους ηγετισμούς και μικρότητες. Ή τρέχουν πίσω από τα γεγονότα που προκαλεί ανενόχλητο το καθεστώς με την κυβέρνηση του. Το ερώτημα δεν είναι παραμονή στο ευρώ ή επιστροφή στη δραχμή. Μην τσιμπάτε! Το ζήτημα είναι ποιοι θέτουν αυτό το ερώτημα και γιατί. Οι Έλληνες πληρώσαμε ακριβά την ένταξή μας στο ευρώ, ακριβά και την παραμονή μας στην ευρωζώνη, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να πληρώσουμε επιπλέον και την πρόσκαιρη ή μόνιμη απομάκρυνσή μας από αυτήν. Κανείς αντικαθεστωτικός δεν πρέπει να προπαγανδίζει την έξοδό μας  από την ευρωζώνη. Κανείς δεν πρέπει να παίξει το παιχνίδι του καθεστώτος και των ξένων πατρόνων του. Το ευρώ ήταν επιλογή της πολιτικο-οικονομικής τάξης, δική της είναι και η επιλογή παραμονή στην ευρωζώνη με απόλυτη απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας και δραματική φτωχοποίηση της κοινωνίας ή έξοδος από αυτό.  Αυτοί οδήγησαν τα πράγματα στο σημερινό αδιέξοδο και αυτοί θα πρέπει να  δώσουν λόγο στον λαό. Και οι δύο επιλογές είναι πολλαπλά ζημιογόνες έως καταστροφικές για τα δύο τρίτα της κοινωνίας και την χώρα. Ούτε τα τρώγαμε όλοι μαζί, ούτε συναποφασίζαμε τόσα χρόνια. Το καθεστώς έπαιξε καιροσκοπικά με το ευρώ και έκανε πάμπλουτες χιλιάδες οικογένειες που συνδέθηκαν οργανικά με αυτό. Τούτοι είναι το ένα τρίτο της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Αυτοί τα φάγανε σίγουρα όλοι μαζί και τώρα θέτουν διλήμματα στους υπόλοιπους. Αν τα δύο τρίτα είχαν την ικανότητα να οργανωθούν πολιτικά και να αναδείξουν μία κυβέρνηση που θα υπερασπιζόταν τα συμφέροντά τους, τότε είτε μέσα στην ευρωζώνη είτε έξω, οι προοπτικές για την επόμενη εικοσαετία θα ήταν ασφαλώς θετικότερες. Αυτό θα περίμενε κανείς σήμερα όσο ποτέ να αποτελεί κοινό τόπο.

Δημήτρης Γιαννακόπουλος, διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία

ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s