Aπαντήσεις για τη γερμανική οικονομική πολιτική

Ποιος είναι ο λόγος που η Γερμανία αρνείται τόσο πεισματικά τις λύσεις που προτείνονται για την εκτόνωση της κρίσης χρέους στην Ευρώπη, προσφέροντας σανίδα σωτηρίας σε χώρες όπως η Ελλάδα; Γιατί δεν ακολουθεί την τακτική των ΗΠΑ, σύμφωνα με τα οποία η κεντρική τους τράπεζα αγοράζει τα ομόλογα που εκδίδει η κυβέρνηση, τυπώνοντας στην ουσία φρέσκο χρήμα; Γιατί δεν συναινεί να γίνει κάτι αντίστοιχο και στην Ευρώπη, ώστε να διευκολυνθεί ο δανεισμός της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας ή και της Ισπανίας; Γιατί προτιμά να εξετάζει λύσεις, όπως, αναδιάρθρωση χρέους, που συνεπάγεται μεγάλες ζημιές και για τις γερμανικές τράπεζες, αντί της λύσης που επέλεξε η Ουάσιγκτον;

Η απάντηση είναι ότι η εκτύπωση χρήματος προκαλεί πληθωρισμό. Και η Γερμανία έχει πληρώσει τον πληθωρισμό πολύ, πολύ ακριβά στο παρελθόν. Οπως εξηγεί ο Κονσταντίνο Μπρεσιάνι-Τουρόνι στο εξαιρετικό βιβλίο του «The Economics of Inflation» (σ.σ. Τα οικονομικά του πληθωρισμού), η περίοδος του υπερπληθωρισμού (1919-23) αποδείχθηκε ιδιαίτερα τραυματική για τη Γερμανία. Τότε, πάντως, δεν φαινόταν έτσι. Τουναντίον, προς τα έξω η Γερμανία εμφάνιζε την εικόνα μιας οικονομίας με τεράστια συγκέντρωση πλούτου. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν μια ψευδαίσθηση και αφορούσε στην ευημερία μιας μικρής πλουτοκρατίας που ήξερε πώς να εκμεταλλευτεί προς όφελός της τον πληθωρισμό, την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας έμενε απροστάτευτο στην υποτίμηση του μάρκου και την απώλεια της αγοραστικής του δύναμης.

Σε αυτά τα χρόνια, λέει ο Τουρόνι, οι ηγέτες της γερμανικής οικονομίας, οι οποίοι ήταν παραδοσιακά παραγωγοί και επένδυαν στη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητάς τους, μεταλλάχθηκαν σε κερδοσκόπους. Κατάλαβαν ότι ήταν πολύ πιο κερδοφόρο να παίζουν στο χρηματιστήριο από το να μοχθούν να βελτιώσουν την παραγωγή τους. Καταλύτης για τη μετάλλαξη αυτή ήταν ο πληθωρισμός. Οπως εξηγεί ο Τουρόνι, τις μεγαλύτερες περιουσίες εκείνη την περίοδο τις έκαναν όσοι κατάλαβαν πρώτοι το φαινόμενο του πληθωρισμού, προβλέποντας την υποτίμηση του γερμανικού νομίσματος, και αξιοποιώντας αυτή τη γνώση στις οικονομικές δραστηριότητές τους.

Οι νέοι ηγέτες της γερμανικής οικονομίας προέκυψαν από τις καταστροφικές δυνάμεις της εποχής τους και έγιναν πάμπλουτοι όχι εν μέσω μιας γενικότερης αύξησης της ευημερίας αλλά μέσω της αύξησης της… φτώχειας των συμπολιτών τους. Σύντομα, λέει ο Τουρόνι, κατάλαβαν πόσο κερδοφόρο ήταν να δανείζονται σε μια περίοδο συνεχούς νομισματικής υποτίμησης: το κέρδος προέκυπτε όταν κατέληγαν να αποπληρώνουν τα δάνειά τους σε υποτιμημένο νόμισμα. Την ίδια ώρα, ο μέσος Γερμανός έβλεπε την αγοραστική του δύναμη να συρρικνώνεται συνεχώς.

Σύμφωνα με τον Τουρόνι, αυτή η «νέα πλουτοκρατία» ήταν διαφορετική από την «παλαιά πλουτοκρατία». Πριν το 1919, οι οικονομικοί ηγέτες της Γερμανίας ήταν αφοσιωμένοι στην ανάπτυξη της επιχείρησής τους σε έναν δεδομένο κλάδο. Οι «νέοι πλουτοκράτες», όμως, δεν περιορίζονταν σε έναν κλάδο, αλλά εξαπλώθηκαν -για πρώτη φορά- σε πολλούς κλάδους -συχνά άσχετους μεταξύ τους- αναζητώντας συνεχώς νέες ευκαιρίες για κερδοσκοπία. Ως συνέπεια, οι «νέοι πλουτοκράτες» βρέθηκαν σύντομα να περιστοιχίζονται από μια πρωτόγνωρη «αυλή» διευθυντικών στελεχών και δικηγόρων.

Οταν το 1924 η μάχη της κυβέρνησης κατά του πληθωρισμού έφερε την περίοδο της «σταθεροποίησης», οι μεταλλαγμένοι πια ηγέτες της γερμανικής οικονομίας συνέχισαν στο ίδιο «κερδοσκοπικό» μοτίβο. Αντί να δανείζονται και να αποπληρώνουν χρέη με υποτιμημένο νόμισμα, πλέον βρέθηκαν στη θέση να δανείζουν αυτοί με πολύ υψηλά επιτόκια σε μια οικονομία που είχε στεγνώσει από ρευστότητα. Ολο αυτό το διάστημα ο μέσος Γερμανός παρέμενε το θύμα ανεξάρτητα από τις όποιες αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες. Ως συνέπεια, η Γερμανία αποδείχθηκε εξαιρετικά ευάλωτη στο Μεγάλο Κραχ που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά, ενώ η επί σειρά ετών συσσώρευση κοινωνικής οργής ανέδειξε τον Αδόλφο Χίτλερ.

Η Γερμανία, λοιπόν, έμαθε με τον πλέον σκληρό τρόπο τις συνέπειες του πληθωρισμού. Γι΄ αυτό και υιοθετεί τόσο αδιάλλακτη στάση απέναντι στις όποιες προτάσεις περιλαμβάνουν εκτύπωση χρήματος, ενώ προσανατολίζει την οικονομία της στην αύξηση της παραγωγής: Γερμανία και ΗΠΑ εμφανίζουν σήμερα ανάλογους ρυθμούς ανάπτυξης. Η διαφορά έγκειται στο ότι η ανάπτυξη της Γερμανίας έρχεται μέσα από εξαγωγές αγαθών, π.χ. αυτοκινήτων στην Κίνα, ενώ των ΗΠΑ από τον πλούτο που παράγεται στο χρηματιστήριο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τράπεζες παραμένουν πρωταθλητές της κερδοφορίας στις ΗΠΑ, κυρίως χάρη στις χρηματιστηριακές τους δραστηριότητες. Εσείς, ποια συνταγή θα εμπιστευόσασταν;

Γιώργος Ι. Μαύρος

ΠΗΓΗ

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Aπαντήσεις για τη γερμανική οικονομική πολιτική

  1. Ο πλούτος είναι στέρεος και κοινωνικά επωφελής όταν στηρίζεται στην παραγωγή αγαθών, στις εξαγωγές και όχι στις φούσκες και στις μοχλεύσεις του χρηματιστηρίου, που κάνουν πλούσιους συγκεκριμένους χρηματιστές και τραπεζίτες ενώ βυθίζουν στη φτώχεια τους λαούς. Άρα οι Γερμανοί έχουν δίκιο κι ας είναι σκληρό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s