Γιατί η Ευρώπη δεν ακολουθεί την ενδεδειγμένη λύση για την Ελλάδα;

Εδώ και μήνες υπάρχει μια μεγάλη διαμάχη μεταξύ αυτών που επιμένουν ότι η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει τα χρέη της, και όσων θεωρούν πως το χρέος της θα πρέπει να σβηστεί κατά ένα μέρος του. Και αυτό οδηγεί τις αγορές σε αναστάτωση. Επικρατεί η σύγχιση, ενώ χρειάζεται διαύγεια.

Το πρώτο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα είναι ακόμη φερέγγυα. Αυτό είναι δύσκολο να διευκρινιστεί, και δεν συγκρίνεται με τη φερεγγυότητα μιας επιχείρησης, επειδή ένα κράτος έχει το όπλο της φορολόγησης. Θεωρητικά, το μόνο που χρειάζεται για να ξεχρεώσει, είναι να αυξήσει τους φόρους και να μειώσει τις δαπάνες.

Η φορολόγηση όμως δεν είναι ανεξάντλητη. Μια κυβέρνηση που είναι αποφασισμένη να πληρώσει τα χρέη της συχνά καταλήγει να βάζει φορολογικά βάρη που είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχει. Σε κάποια φάση, αυτό γίνεται κοινωνικά και πολιτικά αβάσταχτο.

Ακόμη κι αν η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε σύντομα να σταθεροποιήσει την αναλογία χρέους με ΑΕΠ (σε λίγο θα φτάσει το 150%), και πάλι αυτό θα ήταν πολύ μεγάλο, με αποτέλεσμα οι πιστωτές να διστάζουν να δανείζουν. Η χώρα θα πρέπει να μειώσει αυτή την αναλογία δραστικά, αν θέλει να επιστρέψει στις κεφαλαιαγορές. Αυτό σημαίνει (πολύ αισιόδοξα) να υπάρχει θετικό πλεόνασμα της τάξης του 8% του ΑΕΠ και πλέον. Μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών, καμία εκτός από τη πλούσια, λόγω πετρελαίου Νορβηγία, δεν μπόρεσε να πετύχει ένα ανθεκτικό πρωτεύον πλεόνασμα (έσοδα μείον δαπάνες) πέραν του 6% του ΑΕΠ.

Αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο για μια δημοκρατική χώρα, ειδικά μια χώρα όπου το φορολογικό βάρος κατανέμεται ανισομερώς. Στη πραγματικότητα η Ελλάδα είναι ήδη χρεοκοπημένη.

Το δεύτερο ερώτημα είναι, το πόσο σοβαρό ζήτημα αποτελεί η μη εξόφληση των χρεών. Κάποιοι λένε πως εδώ και δεκαετίες, κανένα αναπτυγμένο κράτος δεν έχει τολμήσει να κάνει κάτι τέτοιο, και για αυτό διατηρούν το καλό τους όνομα. Ακόμη και αν μία μόνο χώρα της ευρωζώνης αθετούσε τις υποχρεώσεις της, όλες οι υπόλοιπες θα αντιμετωπίζονταν με υποψία. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με αυτή την άποψη, τα συμβόλαια θα πρέπει να τιμώνται, ανεξαρτήτως κόστους.

Από την άλλη, υπάρχουν αυτοί που θέλουν τους πιστωτές που πυροδότησαν το υπερβολικό χρέος να τιμωρηθούν για τις πράξεις τους. Οι δανειστές πρέπει να υποστούν τη ζημιά, έτσι ώστε στο μέλλον να εκτιμούν τα ρίσκα δανεισμού σε κράτη πιο σωστά, και να χρεώνουν στις άστατες κυβερνήσεις υψηλότερα επιτόκια.

Και οι δυο απόψεις έχουν κάποια βάση. Στη πραγματικότητα όμως, καμία χώρα που επαναδιαπραγματεύθηκε το χρέος της δεν κατέληξε σε χειρότερη κατάσταση απ αυτήν που ήταν. Αντιθέτως, όχι μόνο δεν απομονώθηκαν από τις αγορές ομολόγων, αλλά σε γενικές γραμμές επανήλθαν, και μάλιστα σύντομα!

Οι επενδυτές δείχνουν μεγαλύτερη αδυναμία σε κάποιον αμαρτωλό που επιστρέφει στην αξιοπιστία, παρά σε κάποιον πρότυπο αρετής, που όμως κοντεύει να γονατίσει. Πριν από 20 χρόνια, η Πολωνία διαπραγματεύτηκε τη μείωση του χρέους της, και εξελίχτηκε πολύ καλύτερα από την Ουγγαρία, η οποία έκανε τα πάντα για να διατηρήσει το καλό της όνομα. Η μείωση του χρέους δεν είναι κάτι το μοιραίο.

Ένα τρίτο ερώτημα είναι αν μια ελληνική χρεοκοπία θα αποτελούσε οικονομική καταστροφή, και το πότε θα πρέπει να γίνει. Εδώ υπάρχουν δυο παράμετροι: Μια εσωτερική και μια εξωτερική. Πρώτον, τα κρατικά ομόλογα αποτελούν σημεία αναφοράς για τις τράπεζες και τους ασφαλιστές. Επειδή ανταλλάσσονται εύκολα και εξασφαλίζουν ρευστότητα. Προφανώς, οποιαδήποτε αμφισβήτηση της αξίας τους προκαλεί αναστάτωση. Η αξιοπιστία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και η πρόσβασή του σε κεφάλαια θα πλήττονταν σκληρά.

Στο εξωτερικό, θα επηρεάζονταν πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες. Πιο πολύ θα επηρεάζονταν τα υπόλοιπα ταλαιπωρημένα κράτη (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία), τα οποία θα έπεφταν θύματα της μεταδοτικότητας της κρίσης.

Η κατάσταση είναι σοβαρή. Αυτό όμως δεν εξηγεί τη στάση της ΕΚΤ, η οποία θα έπρεπε να ανησυχεί. Αντί να ψάχνει τρόπους να απαλύνει τις συνέπειες ενός τέτοιου σοκ, η ΕΚΤ απορρίπτει κάθε συζήτηση επαναδιαπραγμάτευσης. Μάλιστα επιδεινώνει τη κατάσταση, θυμίζοντας τη κατάρρευση της Lehman Brothers του 2008, και απειλώντας να τιμωρήσει οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση, κόβοντας τη πρόσβαση των τραπεζών στη ρευστότητα.

Αν η Ελλάδα δεν πληρώσει το χρέος της, ή θα πρέπει η ΕΕ να αναλάβει τα χρέη, ή τα χρέη να επικρέμονται ως Δαμόκλειος σπάθη. Αρνούμενη μια σχεδιασμένη και οργανωμένη αναδιαπραγμάτευση, η ευρωζώνη εκθέτει τον εαυτό της στο ρίσκο μιας άστατης χρεοκοπίας.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει μεταξύ της καταστροφής και της μοιρασιάς του χρέους. Υπάρχει και μια άλλη (στενή) οδός. Να τονωθεί η χρηματοδότηση της Ελλάδας, η οποία δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές, πείθοντας παράλληλα τους ιδιώτες επενδυτές να συμμετάσχουν.

Αυτό προσπαθούν κάποιοι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να είναι απλά μια κίνηση για να κερδηθεί λίγος χρόνος. Θα πρέπει να βοηθήσει στην οργανωμένη αναδιαπραγμάτευση του χρέους της Ελλάδας.

Του Jean PisaniFerry, καθηγητή οικονομικών στο Université Paris-Dauphine, και συμβούλου του πρωθυπουργού της Γαλλίας

S.A.Project Syndicate

ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s