Εννιά χρόνια φαγούρας

Μέχρι πρότινος η μόνη κατάλληλη φράση για να περιγράψω την κατάσταση που επικρατούσε στο γραφείο καθημερινώς ήταν -με το συμπάθειο- “ασάλιωτο πήδημα χωρίς ανάσα”. Κι αυτό, τις μέρες που ήταν απλώς υποφερτά τα πράγματα. Αν το καλοσκεφτείτε, μετά από μία εργασιακή σχέση εννέα χρόνων, αυτή η φράση κινείται στα όρια του επιτρεπτού και του πραγματικού. Με τον εργοδότη σου έχεις φύγει από το στάδιο της τυπικής συναναστροφής και θυμίζεις πια ένα παντρεμένο με προξενιό ζευγάρι που πλέον δεν αντέχει ο ένας τα γνώτα του άλλου. Σε ενοχλεί ακόμα κι ο αέρας που αναπνέει, μια λοξή ματιά μπορεί να καταλήξει σε έναν απίστευτο καβγά όπου ο καθένας προσάπτει στον άλλον απωθημένα που έχετε σπρώξει κάτω από το χαλάκι για ώρα ανάγκης και η “καλημέρα” είναι το μόνο γλυκόλογο που ξεστομίζεις, έστω και με το στανιό.

Μέχρι να φτάσει σε αυτό το αδιέξοδο σημείο όμως, η σχέση έχει περάσει όλες τις διακυμάνσεις που χαρακτηρίζουν την πορεία ενός ανδρόγυνου. Ξεκινάει από τα μέλια, μια περίοδο όπου και οι δύο πλευρές δίνουν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό και ανομολόγητα ορκίζονται πίστη και αφοσίωση στον κοινό τους εργασιακό βίο προς την επίτευξη των εταιρικών στόχων. Ύστερα, έρχονται οι μέλισσες κι ανάθεμα αν είσαι αλλεργικός στο τσίμπημά τους. Τότε είναι που αρχίζεις και βλέπεις πως το αγγελικά πλασμένο επαγγελματικό σου ταίρι κρύβει δυο μικρά κέρατα στο μέτωπό του και το μάτι του γυαλίζει επικίνδυνα. Κάνεις για λίγο υπομονή και προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα στο όνομα των καλών στιγμών που ζήσατε έως τώρα. Σύντομα τα πράγματα κατευνάζουν φαινομενικά και εις ένδειξη καλής πίστης, ο εργοδότης σου δίνει μπόνους με δική του πρωτοβουλία, όπως θα έκανε ο σύζυγος που θέλει να καλοπιάσει το έτερον ήμισυ που βρίσκεται στα πρόθυρα να τα βροντήξει και να τον αφήσει σύξυλο.

Το επόμενο στάδιο βάζει σε κίνηση την φαντασία. Ανακαλύπτεις πως έχεις μερικά γραμμάρια δολοφονικού ενστίκτου αναμεμειγμένα με σαδομαζοχιστικά γούστα και το χειρότερο είναι πως, καθώς ο καιρός περνάει, σχεδόν το απολαμβάνεις. Η σκέψη του εργοδότη σου να μαρτυράει στα χέρια σου χώνοντας το κεφάλι του στην μηχανή του σπιράλ μπορεί να είναι ποινικά κολάσιμη αλλά εσένα σε στέλνει στα ουράνια χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Όμως επειδή οι απολαύσεις δεν είναι παντοτινές, μπαίνεις στην τελική ευθεία. Μεταφέρεις στη ζωή σκηνές από το “Κράμερ εναντίον Κράμερ” με ιδιαίτερη επιτυχία. Η συνήθεια έχει σιδερώσει όποια δημιουργική όρεξη υπήρχε και παραμένετε κάτω από την ίδια επαγγελματική στέγη καθαρά για λόγους βιοποριστικούς, αδιαφορώντας πολλές φορές για την ύπαρξη του άλλου. Μια απέλπιδα προσπάθεια μέσω ημιαπασχόλησης δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αντιθέτως διογκώνει τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα στη σχέση σαν να τα βάζει κάτω από μεγενθυντικό φακό. Δεν υπάρχει καμία διάθεση να διορθωθούν τα πράγματα. Απλώς υπομένετε και οι δύο μέχρι να κάνει κάποιος το πρώτο βήμα για την λήξη αυτής της εργασιακής συμβίωσης.

Η στιγμή της λύτρωσης είναι και η πιο καθοριστική. Εκεί μετρώνται οι αντοχές του καθενός, αλλά μιας και ο εργοδότης βρίσκεται σε θέση ισχύος, όλα τα προγνωστικά συνηγορούν υπέρ του. Για χάρη της δικιάς σου ψυχολογικής υγείας, παίρνεις την πρωτοβουλία και παραιτείσαι. Μπορεί στην αρχή να φαίνεται πως έχεις υποκύψει, αλλά υπάρχει κι άλλος τρόπος ανάγνωσης. Αυτός κερδίζει μια αποζημίωση, μα εσύ έχεις κερδίσει την αυτοεκτίμησή σου. Είναι θέμα αξιών και προτεραιοτήτων. Βέβαια, όπως σε κάθε μακροχρόνια σχέση, δεν μπορεί να λείπει το δραματικό τέλος. Μεγάθυμες ευχές που από πίσω κρύβουν χολή. Το “σου εύχομαι τα καλύτερα” μεταφράζεται σε “ζω για τη στιγμή που θα παρακαλάς για να γυρίσεις πίσω”, ενώ το μπουζούκι στο βάθος στάζει πόνο. Πριν από αυτό όμως, έχει λάβει χώρα ο τελευταίος πανηγυρικός καβγάς, όπου παράπονα εκτοξεύονται εκατέρωθεν σαν φρίσμπι που αλλάζει χέρια. Το “κι εγώ που νόμιζα πως θα συνταξιοδοτηθούμε παρέα” εναλλάσσεται με το “όλες οι υπερωρίες μου πήγαν χαμένες”. Παραδίδεις τα κλειδιά και καθώς κλείνεις την πόρτα πίσω σου, είναι η τελευταία φορά που νιώθεις σαν σύζυγος. Η αίσθηση πως χαράμισες τα καλύτερά σου χρόνια, τα πιο δημιουργικά, μαζί με κάποιον που δεν το άξιζε σε συνοδεύει ως το ασανσέρ. Αλλά εντάξει, θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Να είχατε κάνει και παιδιά φερ’ ειπείν.

ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s